ἀΐδηλος

ἀΐδηλος
Grammatical information: adj.
Meaning: Not quite clear; `hated; annihilating, destructive; unseen' (Il.).
Origin: GR [a formation built with Greek elements]
Etymology: It is difficult to decide what is the primary meaning, but it is rather clear that it is α privativum with ἰδεῖν. Ivanov UCLA Indo-eur. Studies 1, 1999, 283-292 compares Russ. nevidal' and assumes `invisible' \> `strange, dangerous'.
Page in Frisk: 1,33

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ἀίδηλος — ἀΐδηλος , ἀίδηλος making unseen masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αΐδηλος — ἀίδηλος, ον (Α) 1. αυτός που καθιστά κάτι αόρατο, ολέθριος, καταστρεπτικός 2. αόρατος, άγνωστος 3. (ως επίθ. τού Αδη) σκοτεινός, ζοφερός. [ΕΤΥΜΟΛ. Σύνθετη λ. < ἀ στερητ. + ἰδ εῖν + επίθημα ηλος. Αρχική σημ. τής λ. πρέπει να ήταν «ο ανυπόφορος… …   Dictionary of Greek

  • αΐζηλος — ἀίζηλος, ον (Α) ο αΐδηλος*. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀίδηλος με τροπή τού δ σε ζ πρβλ. επίσης ἀρίδηλος ἀρίζηλος] …   Dictionary of Greek

  • ἀιδήλως — ἀϊδήλως , ἀίδηλος making unseen adverbial ἀϊδήλως , ἀίδηλος making unseen masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀίδηλον — ἀΐδηλον , ἀίδηλος making unseen masc/fem acc sg ἀΐδηλον , ἀίδηλος making unseen neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Hades — For other uses, see Hades (disambiguation). Hades …   Wikipedia

  • Hades — Büste des Hades (Palazzo Altemps, Rom) …   Deutsch Wikipedia

  • Hades — Para otros usos de este término, véase Hades (desambiguación). Busto de Hades. Copia romana en mármol de un original griego del siglo V a. C.; el manto oscuro es un añadido moderno (Museo Nacional Romano). En la mitología griega Hades… …   Wikipedia Español

  • -ηλος — οι καταλήξεις τής Αρχαίας Ελληνικής που εμφανίζουν επίθημα λο ανάγονται σε ΙΕ επίθημα * lο , το οποίο, συνδυαζόμενο με ρηματικά θέματα, παρήγε μια ιδιαίτερη κατηγορία μετοχών τής ΙΕ που μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν και ως επιθετικοί προσδιορισμοί …   Dictionary of Greek

  • αΐδυλος — ἀίδυλος, ον (Α) κατά τον Ησύχιο «θρασύς». [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολογίας. Πιθανότερη είναι η άποψη (τού Leumann) που θεωρεί τη λ. παραλλαγμένη μορφή τού ομηρικού επιθ. ἀήσυλος «πονηρός, φαύλος» (με τροπή τού η σε ι και τού σ σε δ πιθ.… …   Dictionary of Greek

  • δήλος — Μικρό (μέγιστο μήκος 6 χλμ., μέγιστο πλάτος 1,3 χλμ.) άγονο νησί, που βρίσκεται σχεδόν στο κέντρο των Κυκλάδων (6 μίλια από τη Μύκονο). Ο παράλιος ομώνυμος οικισμός (14 κάτ., υπάλληλοι της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας) υπάγεται διοικητικά στον δήμο… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.